γηραλέος

γηραλέος
α, ο[ν]
1) см. γηραιός; 2) старческий, похожий на старика

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "γηραλέος" в других словарях:

  • γηράλεος — γηραλέος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέος — και γεραλέος, α, ο (AM γηραλέος, α, ον) γηραιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < γήρας + επίθ. αλέος] …   Dictionary of Greek

  • γηραλέος — α, ο ο γέρος, αυτός που έχει όψη γέρου: Μας άνοιξε την πόρτα ένας γηραλέος υπηρέτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γηραλέος — γηραιός aged masc nom sg (epic) γηραιός aged masc nom sg γηραιός aged masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηράλεα — γηραλέος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηράλεοι — γηραλέος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέα — γηραιός aged neut nom/voc/acc pl (epic) γηραιός aged neut nom/voc/acc pl γηραλέᾱ , γηραιός aged fem nom/voc/acc dual (epic) γηραλέᾱ , γηραιός aged fem nom/voc sg (attic doric aeolic) γηραιός aged neut nom/voc/acc pl γηραλέᾱ , γηραιός aged fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέας — γηραλέᾱς , γηραιός aged fem acc pl (epic) γηραλέᾱς , γηραιός aged fem gen sg (attic doric aeolic) γηραλέᾱς , γηραιός aged fem acc pl γηραλέᾱς , γηραιός aged fem gen sg (attic doric aeolic) γηραλέᾱς , γηραλέος fem acc pl γηραλέᾱς , γηραλέος… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέω — γηραιός aged masc/neut nom/voc/acc dual (epic) γηραιός aged masc/neut gen sg (doric aeolic) γηραιός aged masc/neut nom/voc/acc dual γηραιός aged masc/neut gen sg (doric aeolic) γηραλέος masc/neut nom/voc/acc dual γηραλέος masc/neut gen sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηραλέων — γηραιός aged fem gen pl (epic) γηραιός aged masc/neut gen pl (epic) γηραιός aged fem gen pl γηραιός aged masc/neut gen pl γηραλέος fem gen pl γηραλέος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Carlos — Carlomagno Origen Germano Género Masculino …   Wikipedia Español


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»